Αστυνομία και Χρυσή Αυγή.


Από το 2001 και μετά, οπότε άρχισα να συνεργάζομαι με συναδέλφους που είχαν ξεπεράσει το τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας τους, άκουγα αρκετούς από αυτούς, μεταξύ σοβαρού και αστείου, να λένε ότι, «μία χούντα μας χρειάζεται για να στρώσουν τα πράγματα».
Σταδιακά, συνειδητοποίησα ότι, οι περισσότεροι, δεν πίστευαν αυτά που έλεγαν, αλλά, μέσα στο γενικότερο πλαίσιο των αιτημάτων του λαού για αξιοκρατία και ισονομία, επιζητούσαν καλύτερη μεταχείριση της ελληνικής αστυνομίας από το κράτος(χωρίς, ωστόσο, να κάνουν αυτοκριτική, κάτι που αποτελεί χαρακτηριστικό της ιδιοσυγκρασίας μας ως Έλληνες και όχι του αστυνομικού επαγγέλματος). Σχεδόν όλοι αυτοί οι συνάδελφοι ανήκαν κομματικά είτε στο ΠΑΣΟΚ είτε στην Νέα Δημοκρατία και αντιμετώπιζαν, τελικά, οποιουδήποτε τύπου ακροδεξιά ή νεοναζιστική πολιτική κίνηση με χλευασμό. Η επιδοκιμασία, εκ μέρους τους, ακραίων συμπεριφορών της Χρυσής Αυγής ή άλλων παρόμοιων μορφωμάτων, γινόταν, μόνο, όταν οι ίδιοι ή άλλοι συναδέλφοί τους γίνονταν στόχοι τυφλών(ή ορατών) επιθέσεων από άτομα, που τα ΜΜΕ παρουσίαζαν ως αντιεξουσιαστές ή αναρχικούς(«γνωστοί-άγνωστοι») ή όταν αναγκάζονταν να γίνονται ο κυμματοθράστης της λαϊκής οργής, με αποτέλεσμα να δέχονται, κακώς, την προσωπική, λεκτική και εμπράγματη επίθεση των πολιτών, οι οποίοι στρέφονταν εναντίον του ατόμου-αστυνομικού και όχι εναντίον αυτού που «εκπροσωπούσε». Αυτό είχε ως αποτέλεσμα κάθε τι το προοδευτικό, κάθε αντίδραση στην εξαθλίωση που φέρνουν τα οικονομικά μέτρα να εκλαμβάνεται από τους αστυνομικούς ως επικίνδυνο για τους ίδιους και για το αστυνομικό σώμα. Η Χρυσή Αυγή «ποτέ δεν θα διαδήλωνε, ποτέ δεν θα στραφεί εναντίον μας, είναι μαζί μας» άκουγες από συναδέλφους. Το μεταπολιτευτικό κράτος δεν «προστάτεψε» τον αστυνομικό και συνεχίζει να τον θεωρεί αναλώσιμο και δεδομένο. Η διαφύλαξη και ενίσχυση της δημοκρατικότητας του κάθε αστυνομικού, δεν είναι μόνο ευθύνη του ίδιου του αστυνομικού(το ζήτημα της παιδείας είναι πάρα πολύ σημαντικό, βέβαια, και υπάρχει και εκεί ολιγωρία του κράτους), αλλά, πρωτίστως, του κράτους που πρέπει, ως παιδαγωγός, να δείχνει, εμπράκτως, στους πολίτες του ότι πρώτο αυτό είναι που δεν παρεκκλίνει ούτε χιλιοστό από την δημοκρατική νομιμότητα. Οι αστυνομικοί, λοιπόν, νιώθοντας, πολλές φορές, εγκλωβισμένοι στις συνθήκες που επικρατούν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ανέχονται πράξεις και ενέργειες, που λανθασμένα θεωρούν, ότι θα τους ωφελήσουν, θα τους απαλλάξουν από την επιπλέον προσπάθεια που πρέπει να καταβάλουν για να καταστείλουν, για παράδειγμα, μία επίθεση κουκουλοφόρων. Βλέπουν στον Χρυσαυγίτη που αντιμάχεται τον κουκουλοφόρο έναν πρόσκαιρο σύμμαχο και μπαίνουν στην ισοπεδωτική λογική, « ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου». Δημιουργείται μία σύγχυση μέσα τους και δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι η στάση τους αυτή, όχι μόνο δεν τους ωφελεί, αλλά ακυρώνει τον ρόλο τους και την θέση που πρέπει να έχουν σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα. Ποιος, όμως, τους μίλησε γι’ αυτό; Ποιός τους νουθέτησε; Ποιές είναι οι ευθύνες των αξιωματικών και των πολιτικών προϊσταμένων; Τελειώνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ στην επιλογή πολλών αστυνομικών να ψηφίσουν τον Μάιο του 2012 την Χρυσή Αυγή. Δεν αρνείται κανείς ότι υπάρχουν συνάδελφοι που υποστηρίζουν, ουσιαστικά, την Χρυσή Αυγή. Αυτοί, όμως, είναι απειροελάχιστοι και δεν αποτελούν κανένα κίνδυνο για το αστυνομικό σώμα. Από κει και πέρα, πολλοί συνάδελφοι επέλεξαν την Χρυσή Αυγή, χωρίς να πιστεύουν, πραγματικά, ότι αυτό που κάνουν θα επιφέρει κάποια αλλαγή στο πολιτικό σύστημα και τη ζωή τους. Ψήφισαν από αντίδραση χωρίς να γνωρίζουν ακριβώς τι είναι αυτό που ψηφίζουν. Πέρα από την επίδειξη δύναμης και την στοχευμένη βία, στοιχεία που χαρακτηρίζουν τους Χρυσαυγίτες, οι συνάδελφοί δεν έβλεπαν τίποτα άλλο το μεμπτό. Δεν μπορούσαν να αντιληφθούν τι θα μπορούσε να προκαλέσει αυτή η επιλογή τους στην εύρυθμη λειτουργία του δημοκρατικού μας πολιτεύματος. Φήμες αναφέρουν ότι η επιλογή κάποιων συναδέλφων να ψηφίσουν την Χρυσή Αυγή αποτέλεσε αντίδραση μπροστά στις προσταγές ανωτέρων τους να ψηφίσουν το κόμμα που ήταν, έως τότε, στην κυβέρνηση. Με «εκβιαστικό» τρόπο, όπως ανέφεραν συνάδελφοί, ανώτεροί τους προσπάθησαν να κατευθύνουν την ψήφο τους. Αυτό έως ένα βαθμό, ίσως πολύ μικρό, ώθησε κάποιους συναδέλφους να ψηφίσουν την Χρυσή Αυγή. Ας μην μείνουμε όμως εδώ. Οι Έλληνες αστυνομικοί δεν είναι φασίστες ούτε νεοναζιστές. Σε καμία περίπτωση δεν θέλουν μία χούντα ούτε ένα αυταρχικό καθεστώς. Η ευθύνη βαρύνει το κράτος. Κανένας συνάδελφος δεν θέλει να στέκεται όρθιος επί 14 και 16 ώρες απέναντι σε διαδηλωτές και να δέχεται τις επιθέσεις αγνώστων, ανταποδίδοντας τα χτυπήματα και κινδυνεύοντας, παράλληλα, να τραυματιστεί σοβαρά. Δεν θέλει να υπηρετεί ένα κράτος που ασκεί βία σε πολίτες του, ούτε να έρχεται αντιμέτωπος με τα δίκαια αιτήματα των πολιτών. Θέλει να στέκεται δίπλα στον πολίτη υπερασπίζοντας τα δημοκρατικά του δικαιώματα. Ο αστυνομικός πρέπει να θεωρεί τον εαυτό του υπερασπιστή όλων των πολιτών, ανεξαρτήτως πολιτικών απόψεων. Το κράτος είναι υποχρεωμένο να προστατεύει τον αστυνομικό και να παρουσιάζει μία αστυνομία που σέβεται τους πολίτες, οι οποίοι, άλλωστε, είναι η αιτία ύπαρξής του.

του Κώστα Αγγελή
Αντιπρόσωπος στην ΠΟΑΣΥ
μέλος ΑΠΑΣΑ


0 σχόλια:

Αρχείο